Υπευθυνότης, του Γιάννη Ιωάννου
Αλλιώς, τι αλλαγές να περιμένουμε οι αριστεροί από τις εκλογές; Το ερώτημα του τίτλου προέκυψε από διάλογο σε γνωστό αριστερό στέκι του facebook. Ένας αριστερός που είναι ταγμένος στην ανατροπή του συστήματος, πόσο χαρούμενος μπορεί να είναι από την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ[1]; Σίγουρα, οι εκλογές δεν οδήγησαν στον τερματισμό της καπιταλιστικής κρίσης ούτε το παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποφάσισαν να παραδώσουν τα κέρδη τους. Και φυσικά δεν έπαψε ούτε η υπεραξία ούτε οι ελίτ έγιναν καλύτερες.
Για κάποιους η συμμετοχή στις εκλογές είναι μία μικρή μάχη για να έχουν θεσμικό ρόλο στον πολιτικό διάλογο, αλλά κανένα ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Εξάλλου, διακρίνει κάποιος εύκολα -εκτός αν είναι σαμαρικός- ότι η ελληνική αριστερά πολύ λίγο κατάφερε να αλλάξει τα πράγματα στη χώρα. Και όταν γίνονταν αλλαγές, τούτες έρχονταν ως αποτέλεσμα συνδικαλιστικών πιέσεων (με τη βοήθεια της αριστεράς), αλλά στο πλαίσιο της διαιώνισης του αστικού κράτους.
Οι εκλογές αποτελούν ένα πεδίο πάλης. Φυσικά δε χαρίστηκαν κι ούτε ανατρέπουν έτσι απλά πολιτικές. Αν άλλαζαν έτσι εύκολα πολιτικές, θα ήταν παράνομες. Οι αστοί, εξάλλου, υποχρεώθηκαν να τις παραχωρήσουν στο λαό ως αυταπάτη συμμετοχής στο νεωτερικό κράτος κι ελέγχου της εξουσίας.
Ωστόσο, το γεγονός ότι έχει στηθεί σε όλο το δυτικό κόσμο ένας ολόκληρος μηχανισμός πολιτικής χειραγώγησης των μαζών, από νωρίς, αποδεικνύει ότι οι εκλογές μπορούν να επιφέρουν τρομακτικές αλλαγές στο status quo και να επηρεάσουν ή να επιταχύνουν εξελίξεις που χάραξε το κίνημα. Στο κάτω κάτω οι εκλογές δεν μπορούν να εξετάζονται μακριά από το κίνημα, αλλά σαν μία δική του μάχη.
Οι εκλογές είναι μια μάχη, μία σύγκρουση (εύκολη κι ανέξοδη για τον πολίτη) που ενίοτε μπορεί να αποκτήσει ταξικά χαρακτηριστικά με τη δική της σημειολογία. Φυσικά και δεν ανατρέπει οικονομικές και κοινωνικές δομές. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ιστορικά πως κάποιες φορές έφεραν στο προσκήνιο άτομα και πολιτικούς φορείς που έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τα μεσαία και χαμηλά στρώματα[2].
Ας σημειώσουμε, ότι προσπαθούμε με πολύ προσοχή να αποφύγουμε την προσωποκεντρική λογική γενικών πολιτικών αναλύσεων. Ωστόσο, τα πρόσωπα παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία, εφόσον σε εκείνα συμπυκνώνονται οι πολιτικές αρχές που καθορίζουν τους φορείς που εκπροσωπούν.
Οι εκλογές όμως διατηρούν τη δική τους κεντρική σημασία στην πολιτική ιστορία των λαών τόσο για τον αφιονισμό των εθνικών κινημάτων με την εναλλαγή των κομμάτων όσο και με την επιτάχυνση των εξελίξεων.
Στο μεταξύ, όμως -και αυτό είναι το κεντρικό ζητούμενο και των δικών μας ημερών- όταν επικρατούσαν προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις με επαφή με το κίνημα ή ξεπηδούσαν από αυτό, είχαμε μία τρομακτική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ανάταση της ποιότητας ζωής, βελτίωση των μισθολογικών απολαβών κλπ. Ουσιαστικά, όμως τα κοινωνικά κινήματα ήταν εκείνα που επέφεραν τις αλλαγές μέσα από την εκλογική επικράτηση προοδευτικών πολιτικών που συνδέονταν με αυτά και τους λαούς.
Οι εκλογές τούτες μπορούν να αναδείξουν νέες δυνάμεις, άφθαρτες, μακριά από τις εξαρτήσεις με τις εγχώριες και τις ευρωπαϊκές ελίτ και άμεσα συνδεδεμένες με το κίνημα, αν όχι ελεγχόμενες από αυτό. Σήμερα, έχουμε την ιστορική ευκαιρία να δώσουμε πνοή σε αιτήματα του κινήματος και να αντισταθούμε, παράλληλα, στον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι αγορές κατά των λαών. Η επικράτηση στην προηγούμενη μάχη τελικά δεν ολοκληρώθηκε[3]. Ένα νέο πεδίο μάχης εμφανίζεται εμπρός μας ως συνέχεια της προηγούμενης αναμέτρησης.

[1] Από την ερώτηση και την απάντηση εξαιρείται το ΚΚΕ που απέρριψε κάθε λογική πρότασης κι έδειξε ότι δεν έχει ούτε τα αντανακλαστικά της εποχής ούτε της αριστεράς που διαθέτουν οι αριστεριστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του μαοϊκού χώρου.
[2] Παρά τις αντιδράσεις που μπορεί να προκύψουν αναφέρουμε παραδειγματικά τις περιπτώσεις του Ρούσβελτ, του Βενιζέλου και του Παπανδρέου -στα καθ’ ημάς. Παρά τις όποιες ενστάσεις, ο ρόλος τους στις πολιτικές εξελίξεις ήταν σημαντικός για τη βελτίωση της ζωή των λαϊκών μαζών.
[3] βλ. το άρθρο μας αγορές vs λαοί: 1-1.


Μετά το άρθρο με τηνκριτική που έκανα προς την προεκλογική τακτική των Οικολόγων-Πρασίνων και δεχόμενος επαφή επιφανούς στελέχους του κόμματος με αυτοκριτική διάθεση (ή τουλάχιστον με διάθεση αποδοχής εκείνη της κριτικής μου) άρχισα να παρατηρώ/αναζητώ όλο και προσεκτικότερα τις κινήσεις των Οικολόγων-Πρασίνων. Εις μάτην.
Όσο και να προσπαθούσα, το κόμμα παραμένει εξαφανισμένο από το διαδίκτυο. Περιμένουν μάλλον πότε κάποιος θα τους αναζητήσει. Δεν έχουν αντιληφθεί ότι στο διαδίκτυο πρέπει να βομβαρδίζεται (όχι spam) ο πολίτης με ειδήσεις και προβολή θέσεων.
Δε θα είναι ο χρήστης εκείνος που θα αναζητήσει τις θέσεις του κόμματος (ειδικά όταν μιλάμε για μικρό και πιεσμένο εκλογικά κόμμα), αλλά το κόμμα και οι θέσεις είναι που πρέπει να τον αναζητήσουν και να τον βρουν. Η όλη προσπάθεια μου θυμίζει τη γραφειοκρατική λογική του κράτους όπου ο πολίτης υποχρεώνεται να αναζητήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες (sic).
Από την άλλη, έχω το ευτύχημα να παρακολουθώ ορισμένους φίλους που τυγχάνουν μέλη και υποψήφιοι του κόμματος. Ωστόσο, και πάλι αδυνατώ να εντοπίσω τις θέσεις των Οικολόγων. Οι υποψήφιοι και οι φίλοι του κόμματος αντί να προβάλουν τις θέσεις τους, αντί να αναζητούν ψήφους, προτιμούν να κάνουν ολομέτωπη επίθεση και κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα η επίθεση γίνεται με τέτοια εμμονή ώστε έχουν ξεχάσει εντελώς τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, πόσο μάλλον τη ΔΗΜΑΡ. Όταν είμαστε με φίλους, τούτο δικαιολογείται. Όταν όμως μιλάμε για εκλογές μάλλον πρέπει να συνεκτιμηθούν ορισμένα δεδομένα.
Η δεξαμενή των Οικολόγων-Πρασίνων είναι ο ευρύτερος -σχηματικά ειρημμένος- κεντροαριστερός χώρος. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε κάποιο βαθμό αντλεί από το χώρο αυτό ψηφοφόρους. Ομοίως και το ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ. Είναι όμως πολύ περίεργο που επιλέγεται η μονόπλευρη επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ προς άγραν ψήφων αφήνοντας στο απυρόβλητο το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.
Δεν θέλω να πιστέψω πως πρόκειται για μία "οικολογική" γραμμή. Ελπίζω να είναι οι αστοχίες μόνο ενός υποψηφίου και ότι η τακτική αυτή δεν εκφράζει το ίδιο το κόμμα. Τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται από παντού επιθέσεις, η συσπείρωση πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Και φυσικά δεν προσφέρεται καμία υπηρεσία στον τόπο ή το κόμμα όταν εχθρός θεωρείται ένα κόμμα κι όχι η πολιτική λιτότητας και σύμμαχος η αγωνία του πολίτη για το ατομικό και συλλογικό μέλλον.
Γιατί αν το δούμε με στενό εκλογικό σκεπτικό, η επίθεση ενός προβεβλημένου ιστολογίου όχι μόνο θα κάνει κακό στους Οικολόγους-Πράσινους και τους εκθέτει, αφού υποσυνείδητα περνά το μήνυμα συμφωνίας με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ειδικά επί του μνημονίου και της λιτότητας, αλλά αντίθετα θα συσπειρώσει έτι περαιτέρω το ΣΥΡΙΖΑ λόγω αγανάκτησης.
Ακόμα δεν έχουν καταλάβει οι Οικολόγοι-Πράσινοι ότι δεν μπορούν να κινούνται με τον τρόπο που επιλέγουν τα αστικά κόμματα. Χωρίς μιντιακή προβολή κι εξαφανισμένοι από το διαδίκτυο, η μονόπλευρη επίθεση δε χαρίζει ψήφους, αλλά αγανάκτηση και μείωση ποσοστών (το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις, δε θέλει άλλες αποδείξεις).
Και αυτό δε θα γίνει με χαριεντισμούς, ήπιο λόγο και γλώσσα τύπου νιρβάνα. Όταν οι πολίτες αυτοκτονούν, όταν τρέμουν για το μέλλον τους, η γλώσσα εκείνου που αναζητά να τους νατιπροσωπεύσει πρέπει να είναι ανάλογα δυναμική κι επιθετική. Δεν υπάρχει μετριοπάθεια στη γλώσσα εκείνου που αποζητά να κάνει επανάσταση και να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον, σε μία παραπαίουσα κοινωνία, σε ένα τόπο όπου η φθορά γίνεται ατομικό χαρακτηριστικό.
Οι Οικολόγοι-Πράσινοι επέλεξαν να μην ακολουθήσουν κινηματική λογική. Την ίδια στιγμή επιλέγουν να έρθουν σε αντιπαράθεση μόνο με ένα κόμμα. Μα και τούτο το κάνουν λάθος. Ή η αντιπαράθεση θα είναι σημείο προς σημείο (τι λέμε εμείς τι λέει ο ΣΥΡΙΖΑ) ή θα πρέπει μέσα από προγραμματικά κείμενα να προβάλλονται οι θέσεις τους. Σε ένα κείμενο θέσεων και κριτική γίνεται επί των θέσεων και ο αναγνώστης (ανάλογα το κείμενο) αντιλαμβάνεται τι προτείνεται.
Αντί να χτυπιούνται η ανικανότητα και οι πολιτικές επιλογές του δικομματισμού, κατηγορείται ο τρίτος νεοεμφανιζόμενος πόλος που ακόμα δεν έχει αναπτύξει σχέσεις χειραγώγησης με τους ψηφοφόρους. Έτσι, αφήνεται εντελώς ελεύθερο το πεδίο για εκείνους που διατηρούν πελατειακές σχέσεις με τον πολίτη και τους επιτρέπουν ανεμπόδιστα να τις ξανακάνουν εκλογικές. Η λογική της αντιπαράθεσης και της μονόπλευρης επίθεσης έχει περάσει πια. Οι πολίτες δε δέχονται ούτε μονομερείς επιθέσεις (αφού δε φταίει μόνο ένας, πόσο μάλλον εκείνος που δεν είχε εξουσία) ούτε και γκρίζες κριτικές.
Ο γράφων σε κάθε περίπτωση και σε όποιον Οικολόγο-Πράσινο έχει αυτιά, θα πρότεινε να κινηθούν ή εναντίον όλων των άλλων κομμάτων ή μονόπλευρα κατά των κομμάτων που μας έφεραν το μνημόνιο (για τον πρότερο ή τον τωρινό τους πολιτικό βίο). Η επίθεση πρέπει να γίνεται ενάντια σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και λιγότερο στους άλλους.
Και πάνω από όλα, ας ανακαλύψουν το διαδίκτυο. Ας βομβαρδίσουν όλοι οι υποψήφιοι με θέσεις του κόμματος, ας φτιάξουν ομάδες στο facebook, ας δείξουν ότι είναι κοινωνικά αλληλέγγυοι με τα προβλήματά μας κι ας αγκαλιάσουν έστω κι αργά το κίνημα.

Όλη την προηγούμενη εβδομάδα έντονα ήταν τα διλήμματα κι οι επιθέσεις κατά του Τσίπρα για την ανικανότητά του να χειριστεί τα ελληνικά προβλήματα. Μας πολιορκούν ειδήσεις για την κακή του συμπεριφορά, για τα νούμερα που δε βγαίνουν, για την παραμονή μας στην ευρωζώνη.
Αρχικά έσκασε το θέμα Ολαντρέου, ένα θέμα για το οποίο ο γράφων έχει άλλη οπτική. Όπως φάνηκε αργότερα δεν ήταν παρά ένα πυροτέχνημα των ελληνικών μίντια. Αν και δεν αποδέχομαι προσωπικά τέτοιο χιούμορ, σίγουρα αυτοί που σχολιάζουν το γεγονός απέχουν μακράν του γαλλικού χιούμορ. Γιατί αν τελικά δε ξεχωρίζουν το πολιτικό χιούμορ από τη διπλωματία μάλλον μόνο για αναψυχή ταξιδεύουν.
Φάνηκε ξεκάθαρα -εκ των υστέρων- ότι οι Γάλλοι δεν ενοχλήθηκαν καθόλου. Ούτε ένας λίβελος ή κάποιο επιθετικό σχόλιο ή κάποια ένδειξη ενόχλησης δε διαβάσαμε στο γαλλικό τύπο. Αντίθετα, όμως στη χώρα μας τα μίντια βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν στο ΣΥΡΙΖΑ. Τους έδωσε το τέλειο όπλο. Έλα όμως που τελικά δε βοήθησαν παρά μόνο το ΣΥΡΙΖΑ. Όπως φάνηκε στις δημοσκοπήσεις μάλλον ο Τσίπρας κάλυψε την ανάγκη των Ελλήνων για ένα διαφορετικό χειρισμό (ακόμα και με χιουμοριστική επίθεση) των θεμάτων αντί της υποτακτικής στάσης των πρώην κυβερνώντων.
Από την άλλη, πολύ έπαιξε και η δήλωση του Ντανιέλ Κον Μπετίτ. Πρόκειται για μία εξ αριστερών κριτική που αρχικά μας ξάφνιασε. Η δήλωσή του στηρίζεται σε δύο σημεία: στη θέση για κατώτατο μισθό 1300 € και στην άρνηση της αποδοχής των αντεργατικών μνημονιακών ρυθμίσεων. Το πρώτο όμως αποτελεί στοιχείο του προγράμματος του 2009 κι όχι του 2012 (μπορείτε να το δείτε εδώ).
Κι επειδή ο επικεφαλής των Ευρωπαίων Οικολόγων δε γνωρίζει ελληνικά, μάλλον θα πούμε ότι κάποιοι του μετέφεραν ψεύτικες πληροφορίες. Ουσιαστικά τον εξέθεσαν ανεπανόρθωτα και μαζί με αυτόν εξέθεσαν και τους Οικολόγους στην Ελλάδα. Γιατί εκτός από την ψεύτικη πληροφορία οι Οικολόγοι-Πράσινοι πρέπει να πάρουν θέση και για το αν τελικά συμφωνούν ή όχι με τον Ευρωπαίο επικεφαλής τους για την ανάγκη εφαρμογής ή άρνησης των αντεργατικών νόμων που έφεραν τα μνημόνια.
Και όσο εμείς μένουμε στις προβοκάτσιες και την αγωνιώδη προσπάθεια των ελληνικών μέσων να γκρεμίσουν τον Τσίπρα, φτάνουμε σε ηθικό τέλμα. Όχι από τη στάση της αριστεράς, αλλά από τις καθημερινές τραγωδίες που ζει η ελληνική κοινωνία. Οι αυτοκτονίες δε μειώνονται, το κράτος ήδη κήρυξε στάση πληρωμών, η νέο-μετανάστευση εντείνεται, η ανεργία αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα, η αξιοπρέπεια χάνεται.
Μα οι πολίτες φαίνεται να μην επηρεάζονται ούτε από εώλες ρητορείες αλλοτινών διχαστικών εποχών (για ηγεμονικούς αριστερούς που θέλουν να μας κάνουν Βόρεια Κορέα και θα φέρουν το χάος κόντρα στους δημιουργικούς νοικοκυραίους) ούτε από το αίολο τρομοκρατικό διακύβευμα για την έξοδο από το ευρώ.
Δημοσκοπικά ευρήματα[1] αποδεικνύουν ότι τα τρομοκρατικά διλήμματα φιλελεύθερων -Ελλήνων κι Ευρωπαίων- δεν πείθουν. Στη δημοσκόπηση φαίνεται οι πολίτες τάσσονται κατά 62% εναντίον του Μνημονίου της μονόπλευρης λιτότητας και της διάλυσης του κράτους (έναντι 28%) και την ίδια στιγμή το 85% στηρίζει την παραμονή στο ευρώ (με μόλις 12% κατά).
Αποκαλύπτεται, δηλαδή, με σαφήνεια ότι οι πολίτες με συντριπτική πλειοψηφία δεν αποδέχονται το τεχνητό δίλημμα και την ταύτιση του μνημονίου με την παραμονή στο ευρώ. Ζητούν ξεκάθαρα παραμονή στην ευρωζώνη με αλλαγή της μονομερούς λιτότητας, απαλλαγή από τα οριζόντια μέτρα και την πολιτική διάλυσης του κράτους. Στέλνουν, δηλαδή, δημοσκοπικά ένα ξεκάθαρα μήνυμα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν να κινούνται προεκλογικά με τρόπο διχαστικό.
Ταυτόχρονα, όμως, απομυθοποιείται και η ερμηνεία περί ψήφου οργής. Παρά τα διλήμματα και την τρομοκρατία, παρά την προσπάθεια χειραγώγησης -από ελληνικούς και ευρωπαϊκούς εξωθεσμικούς και θεσμικούς παράγοντες- αποκαλύπτεται ότι η ψήφος ήταν συνειδητή. Όσο η ένδεια θα απειλεί τον πολίτη, τόσο αυτός θα αντιδρά. Όσο αυτός θα απειλείται στον πόλεμο και θα δέχεται επιθέσεις, τόσο θα αναζητά να αμυνθεί με κάθε τρόπο.
Στην ίδια δημοσκόπηση πάντως φάνηκαν κι άλλα ζητήματα. Αναφάνηκε ότι οι πολίτες παρά τις μετακινήσεις τους επιμένουν σε κυβέρνηση συνεργασίας. Όχι οικουμενική. Προφανώς οι δημοσκοπούμενοι αντιλήφθηκαν την προπαγάνδα για οικουμενική κυβέρνηση (δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ έπεισε για τη στάση του).

Σε άλλη δημοσκόπηση[2], το 48% δηλωνει ότι θα ψηφίσει στις εκλογές με βάση το αν επιθυμεί να παραμείνει ή όχι στην ευρωζώνη, ενώ το 43% των ερωτηθέντων θα ψηφίσει με βάση το αν θέλει ή όχι το Μνημόνιο. Κι εδώ δηλαδή αποκαλύπτεται η αδυναμία να τρομοκρατηθούν οι πολίτες, αν και σε ένα τμήμα αποτελεί βασικό κριτήριο (αλλά πρέπει να σκεφτούμε και τη δομή των ερωτήσεων). Στην ίδια δημοσκόπηση το 49% προτιμά κυβέρνηση κεντροαριστεράς ενώ το 38% κυβέρνηση κεντροδεξιάς.
Και εδώ ας επαναλάβουμε ότι δεν ηττάται μόνο ο δικομματισμός, αλλά ηττώνται και τα μίντια. Οι πολίτες εμπιστεύονται όλο και λιγότερα τις κρίσεις των δημοσιογράφων. Κρίνουν βάσει των δικών τους κριτηρίων (κι έχουμε βάσιμες υπόνοιες -εμπειρικά γεννηθείσες- ότι αναπτύσσουν τις κρίσεις αυτές και μέσα από το διαδίκτυο),. Το μίντια έχουν απομυθοποιηθεί μπροστά στη φτώχεια, τον τρόμο μη φτάσουμε κι εμείς σε σημείο αυτοκτονίας.
Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι συμπιέζονται όλα τα μικρά κόμματα. Βέβαια, αυτό είναι φυσικό μετά από την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης. Το ΚΚΕ πληρώνει την άρνησή του για συγκυβέρνηση με τραγική πτώση, ενώ τα άλλα κόμματα πιέζονται σε σημείο οριακό. Ειδικά μάλιστα η βίαιη πατρινή επίδειξη της Χρυσής Αυγής, μάλλον θα ρίξει κι άλλο τα ποσοστά της. Ακόμα και τα ποσοστά των πολιτικών αρχηγών των μικρότερων πια κομμάτων έχουν σημαντική πτώση.

[1] βλ. Public Issue για τον ΣΚΑΪ και την Καθημερινή.
[2] Βλ. δημοσκόπηση της metron aalysis, που παρουσίασε ο ΑΝΤ1, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της 25ης Μάη.


Για τις παρεμβάσεις των Ευρωπαίων θεσμικών παραγόντων έχουμε γράψει και στο παρελθόν[1]. Πολλές είναι και οι αναλύσεις δημοσιογράφων και ιστολόγων επί του θέματος. Η Νέα Δημοκρατία ποντάρει με ιδιαίτερη έμφαση σε μία άνευ προηγουμένου πολωτική προεκλογική εκστρατεία, ενώ το αδύναμο ΠΑΣΟΚ προσπαθεί με κόπο να ακολουθήσει το παιχνίδι της.
Προσπαθούν από κοινού να δώσουν στις εκλογές αυτές δημοψηφισματικό χαρακτήρα. Βέβαια, τον χορό αυτόν είχε αρχίσει να τον σέρνει πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ δίνοντας δημοψηφισματικό χαρακτήρα στις εκλογές της 6ης Μάη με το διακύβευμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Τώρα, υποχρεώνεται να ακολουθήσει το χορό που ξεκίνησε προ μηνών ακόμα. Δεν ξέρουμε ακόμα εκλογικά ποιος θα ωφεληθεί από τέτοιες ρητορείες.
Το σίγουρο είναι από τα τρομοκρατικά διλήμματα, κερδισμένος δε θα βγει ο λαός. Όσο η ΝΔ -ως ο ισχυρός πόλος του παλαιού δικομματισμού- και το ασθμαίνον ΠΑΣΟΚ επιμένουν σε ρητορικά σχήματα που στηρίζονται σε διακυβεύματα, τόσο ο πολιτικός λόγος θα υποβιβάζεται στο συναίσθημα. Και ίσως κάποιοι εκτιμήσουν ότι ο συναισθηματικός λόγος τους ευνοήσει[2]  και βελτιώσουν τα ποσοστά τους συγκριτικά με το Μάη.
Το διακύβευμα σε εκλογές δεν είναι κάτι σπάνιο. Αντιθέτως αποτελεί βασικό στοιχείο όλων των εκλογικών αναμετρήσεων και βασική επιλογή του δικομματικού συστήματος. Η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ενόψει τον εκλογών της 6ης Μάη ήταν ότι αν και μακριά πολύ από το δικομματισμό κατάφερε να επιβάλλει το δικό του διακύβευμα. Μόνο που εκείνο το διακύβευμα δεν είχε να κάνει με το συναίσθημα, όσο με τις υλικές συνθήκες και τη λογική.
Σήμερα όμως το διακύβευμα θυμίζει όχι μεταπολιτευτικές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά προδικτατορικές. Η επιλογή ενός διακυβεύματος μέσα ή έξω από την ευρωζώνη (πέρα από το ηλίθιο και το ρητορικό της υπόθεσης, αφού μόνο το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή –σ.σ. δεν ταυτίζουμε τους δύο χώρους- το καθιστούν κεντρικό θέμα και προαπαιτούμενο) μας φέρνει σε εποχές άμεσα μετεμφυλιακές. Θυμίζει τα πατριωτικά κελεύσματα του δεξιού προδικτατορικού δικομματισμού.
Από το μνημόνιο ή χάος περάσαμε πια στο ευρώ ή χάος. Το δίπολο που εφευρέθηκε ίσως ευνοεί τη ΝΔ περισσότερο από το ΣΥΡΙΖΑ. Άκρως αντιλαϊκό στη βάση του, διατηρεί όλα τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά αποπροσανατολισμού από έναν πολιτικό διάλογο για την έξοδο της χώρας από το ευρώ.
Πρακτικά, με το νέο διακύβευμα η ΝΔ και όσοι υποστηρίζουν το μνημόνιο κατάφεραν να μεταφέρουν το διάλογο από τα κοινωνικά και τα οικονομικά προβλήματα των Ελλήνων, σε ένα μέλλον το οποίο κοντολογίς δεν αναλύεται. Έτσι, η ΝΔ προσπαθεί να περάσει στο απυρόβλητο τις ευθύνες της για την υπερψήφιση του δεύτερου μνημονίου και την υιοθέτηση ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου διάλυσης του κράτους.
Υποχρεώνει το ΣΥΡΙΖΑ να αμυνθεί όχι στη βάση μιας διαφορετικής οικονομικής πρότασης, αλλά στη θέση του για την ευρωζώνη. Όσο και να φαντάζει εύκολο κάτι τέτοιο δεν είναι. Όχι λόγω του εσωτερικού πλουραλισμού στο ΣΥΡΙΖΑ (λες και τα άλλα κόμματα δεν έχουν τάσεις με διαμετρικά αντίθετες φωνές που ακυρώνουν η μία την άλλη[3]), αλλά επειδή δεν επιτρέπει στο ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει κριτική στην πολιτική της ΕΕ.
Υπό το συναισθηματικό φόρτο του δημοψηφισματικού χαρακτήρα του διακυβεύματος αυτού, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ασκηθεί κριτική στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ με παράλληλα αποδοχή της ύπαρξης της χώρας σε αυτήν. Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι συνηθισμένος από τις ιδεολογικές συγκρούσεις με το ΚΚΕ να υπερασπίζεται κριτικά την ΕΕ.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα, λοιπόν, που υιοθετείται ουσιαστικά λειτουργεί ως τρομοκρατική απειλή για τον ψηφοφόρο. Όχι μόνο δεν επιτρέπει να γίνει ένας εποικοδομητικός και κριτικός διάλογος ώστε να αναδειχθεί μία άλλη οικονομική πολιτική μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά και αποπροσανατολίζει από την πολιτική αυτή που επέβαλαν οι ευρωπαϊκές ελίτ στην ελληνική κοινωνία και τόσο εύκολα αποδέχτηκε ο εγχώριος δικομματισμός.
Πρόκειται για πολιτική προσπάθεια εκλογικού εκφοβισμού των Ελλήνων και χειραγώγησης του σώματος. Καταστροφολογούν για το νόμισμα και την εθνικη οικονομία. Η προσπάθεια αυτή είναι συντονισμένη και επιχειρείται όχι μόνο από τα δύο κόμματα, αλλά και από άλλες φιλελεύθερες δυνάμεις, επιχειρηματικές και μιντιακές.
Τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία λεηλατείται προς όφελος των ευρωπαϊκών πολυεθνικών κολοσσών, τα μέσα προσπαθούν να χειραγωγήσουν τους ψηφοφόρους -και ιδιαίτερα τα μεσαία στρώματα που κινδυνεύουν άμεσα με πληβειοποίηση- ποντάροντας την ανάσταση του δικομματισμού και σπέρνοντας τον πανικό σε ψηφοφόρους κι επιχειρηματίες. Ο ελληνικός λαός ουσιαστικά εκβιάζεται και αποτρέπεται από την καταγγελία των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων που διαλύουν το κράτος πρόνοιας και την πολιτική μονόπλευρης λιτότητας.
update: όταν γράφονταν το κείμενο δεν ήρθε στη δημοσιότητα η δημοσκόπηση της Public Issue για τον ΣΚΑΪ και την Καθημερινή. Στη δημοσκόπηση φάνηκε ότι τα τρομοκρατικά διλήμματα φιλελεύθερων -Ελλήνων κι Ευρωπαίων- δεν πείθουν μέχρι τώρα τους πολίτες. Στη δημοσκόπηση (όπου καταγράφεται πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ με 30% και μετά η Νέα Δημοκρατία 26%) φαίνεται οι πολίτες τάσσονται κατά του Μνημονίου με 62% (έναντι 28% υπέρ) και την ίδια στιγμή το 85% στηρίζουν την παραμονή στο ευρώ σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα (με μόλις 12% κατά).
Έτσι αποκαλύπτεται με σαφήνεια ότι οι πολίτες με συντριπτική πλειοψηφία όχι μόνο δεν αποδέχονται το τεχνητό δίλημμα και την ταύτιση του μνημονίου με την παραμονή στο ευρώ, αλλά ζητούν ξεκάθαρα παραμονή στην ευρωζώνη με απεξάρτηση από το Μνημόνιο. Στέλνουν, δηλαδή, δημοσκοπικά ένα ξεκάθαρα μήνυμα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν να κινούνται προεκλογικά με τρόπο διχαστικό.

[1] Βλ. το άρθρο μας φάντασμα πλανιέται ή αυτοί βλέπουν φαντάσματα;
[2] Δημοσκοπικά παρατηρείται μια μικρή συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ. Η πράσινη αυτή αύξηση ποσοστών έρχεται σε βάρος του ΚΚΕ και των Οικολόγων, αλλά οφείλεται σε μετακινήσεις νέων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Ο τελευταίος όμως ενισχύει τα ποσοστά του των δύο μικρότερων κόμματων. Ανάλογες μετακινήσεις έχουμε και στο δεξιό πόλο, αν και κεντρικός πυρήνας της ατομικής εκλογικής παραμένει το μνημόνιο.
[3] Παρενθετικά, έχει πλάκα να βλέπουμε να γίνεται λόγος για τις διαφορετικές θέσεις των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, όταν η ΝΔ στο εσωτερικό της έχει ρεύματα ακροδεξιά (Βορίδης, Γεωργιάδης, Κρανιδιώτης, Πλεύρης και Κιλτίδης), φιλελεύθερα (Αλογοσκούφης, Μητσοτάκης κλπ), λαϊκοπατριωτικά κι εθνικιστικά. Ομοίως και στο ΠΑΣΟΚ συχνά οι διαφορετικές τάσεις έρχονται σε πλήρη σύγκρουση μεταξύ τους καθώς από τη μια πρόσφατα είχαμε τους μεταρρυθμιστές (Διαμαντοπούλου, Ραγκούσης), τους εκσυγχρονιστές (Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπουτσής), τους κεντροασριστερούς (Κατσέλη, Καστανίδης), την αριστερή τάση (Γεωγακόπουλος) και πιο δεξιές (Χρυσοχοϊδης).



Για τη ρητορεία του Σαμαρά αναφερθήκαμε αρκετές φορές. Ωστόσο, φαίνεται πως επιμένει όλο και περισσότερο στο διχαστικό και μετεμφυλιακής λογικής επιχείρημα της αριστερής ιδεολογικής κυριαρχίας.
Αναφερόμενος στην ενιαία κεντροδεξιά, δηλαδή το δεξιό μοντέλο νεοφιλελεύθερης πολιτικής με βάση τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό (sic), τόνισε ακόμα μία φορά την ανάγκη να τελειώσει η ηγεμονία των Αριστερών ιδεών στην Ελλάδα, ώστε να βρει ξανά η χώρα μας και ο λαός μας τις ιδέες που του ταιριάζουν καλύτερα. Τις ιδέες και τις αξίες που μπορούν να απελευθερώσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει ο Έλληνας μέσα του. Οι Αριστερές ιδέες δοκιμάστηκαν διεθνώς. Παντού κατέρρευσαν! Στην Ελλάδα επικράτησαν και οδήγησαν στο σημείο μηδέν.
Στην ουσία ο Σαμαράς επιδιώκει να στρέψει κατά της αριστεράς όχι μόνο τους φιλελεύθερους, αλλά και προοδευτικούς πολίτες που συνδέονται με κόμμα γύρω από την αριστερά (ή έτσι το βλέπουν εκείνοι) όπως η ΔΗΜΑΡ ή το ΠΑΣΟΚ.
Πρόκειται για το πολυφορεμένο επιχείρημα -φιλελεύθερων σοσιαλδημοκρατών και δεξιών- πως για τα κακά της μεταπολιτευτικής περιόδου ευθύνεται η ηγεμονία των αριστερών ιδεών. Στην ουσία είναι μια πολιτική απάτη, ένα συνειδητό σοφιστικό ψεύδος με μοναδικό σκοπό να αναπαραγάγει το εγχώριο δικομματικό πολιτικό σύστημα ώστε αυτό να νομιμοποιείται στα μάτια της κοινωνίας τις αντιλαϊκές και αποτυχημένες επιλογές του.
Βέβαια, ο κ. Σαμαράς δεν τολμά να θέσει το ζήτημα της πνευματικής ένδειας και ανικανότητας των εγχώριων φιλελεύθερων να δημιουργήσουν ιδεολογικό ρεύμα. Μάλιστα, αντί να προσπαθήσουν να γεννήσουν μία ιδεολογία ή να κυριαρχήσει η δική τους, μεταχειρίζονται το μετανεωτερικό μηδενισμό του παρελθόντος ως μόνο μέσο να χτυπήσουν την αριστερά.
Αν δούμε όμως ποια είναι αυτή η αριστερή κυριαρχία, θα δούμε ότι ο λόγος για τις συνδικαλιστικές κατακτήσεις. Πρόκειται για μία διχαστική ρητορεία που επιτίθεται ευθέως στο συνδικαλιστικό κίνημα, ταυτίζοντας τις διεκδικήσεις των μισθωτών και δημοσίων υπαλλήλων με την αριστερά.
Ουσιαστικά, η ρητορεία του Σαμαρά έρχεται σε μία άλλη νότα να ενισχύσει διχαστικό στίγμα που επιχείρησε στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση. Με τη στροφή προς το συντηρητισμό και την επίκληση των νοικοκυραίων και τις δημιουργικές δυνάμεις, θεωρεί ότι θα ενισχύσει τα εκλογικά του ποσοστά. Αδιαφορεί για τις συνέπειες που η μικροπολιτική του μπορεί να έχει στην κοινωνία; Γιατί με την επίθεση αυτή κατά της αριστεράς προσπαθεί να πολώσει το προεκλογικό κλίμα με συνέπειες που τώρα δεν είναι εύκολο να εξεταστούν.
Είναι η ίδια λογική που θέλει να μετατρέψει τις εκλογές σε δημοψήφισμα (sic). Γιατί όποιος βάζει το λαό μπροστά σε διλήμματα τότε όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα στον τόπο, αλλά τον γυρίζει πολύ πίσω στο παρελθόν. Όσο κυριάρχησε ιδεολογικά η αριστερά στην Ελλάδα, τόσο οι εκλογές είναι δημοψήφισμα. Και δυστυχώς, πολλοί πολίτες και φίλοι δε βλέπουν το χαοτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας πόλωσης. Ειδικά τη στιγμή που ούτε καν το ΚΚΕ δε θέτει ζήτημα δημοψηφίσματος…
Και δεν είναι μόνο το διλημματικό πρόβλημα μιας τέτοιας διχαστικής ρητορείας. Το κυριότερο ζήτημα που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι ο επιχειρούμενος αποπροσανατολισμός. Η μετάθεση των ευθυνών στην αριστερά, απαλλάσσει τις εγχώριες φιλελεύθερες δυνάμεις από την ευθύνη για την ασκούμενη οικονομική πολιτική (του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος).
Με αγωνία η κυρίαρχη -και μόνη επιβιώσασα- ΝΔ προσπαθεί να κρύψει τη βασική της πολιτική επιδίωξη που δεν της επιτρέπει σύγκρουση με ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες δυνάμεις Γιατί στην τελική γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχει σκοπό να μεταστρέψει την πολιτική μονόπλευρης λιτότητας, την οποία υπηρέτησε και με τη συγκυβέρνηση και αποτελεί πάγια πολιτική της παράταξης και υπηρετεί την ιδεολογία της.
Ένας  άλλος στόχος αυτής της λειτουργίας της σαμαρικής δημαγωγίας είναι η διάλυση από τα κάτω των κοινωνικών κινημάτων. Προσπαθεί να άρει εμπόδια -ιδεολογικού φαινομενικά τύπου- για το σχηματισμό ενός ευρέος μετώπου κόντρα στα οικονομικά συμφέροντα της εγχώριας κι ευρωπαϊκής ελίτ που εκπροσωπεί. Και όποιος θέλει να περιορίσει τη δύναμη της αριστεράς, πρέπει πρωτίστως να διαλύσει το κίνημα στο οποίο αυτή στηρίζεται.
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η αριστερά γεννάται και γιγαντώνεται μέσα από το κίνημα. Όσο οι επιθέσεις στοχεύουν στην αριστερά, απώτερος στόχος είναι η διάλυση του κοινωνικού μετώπου που υπερασπίζεται τον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους και την οικονομική επιβίωση των πολιτών.


Van Gogh, Vincent cafe terrace at night
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις των Ευρωπαίων παραγόντων δεν πρέπει να μας ξαφνιάζουν. Ήδη τους τελευταίους μήνες έχουμε συχνότατες τέτοιες ωμές παρεμβάσεις ακόμα και σε προεκλογική περίοδο. Ωστόσο, πολύ εύκολα διακρίνεται μία αμηχανία κι ένας φόβος απέναντι στην αριστερή κυβερνητική προοπτική. Ένας φόβος που καταντά τρόμος παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις. Οι (νεο)φιλελεύθεροι βέβαια, με εύκολη την απάντηση και ταγμένοι από καιρό κατά της λαϊκίστικης αριστεράς θα μπορούσαν να αντιτείνουν ότι φοβούνται την κατάρρευση της ΕΕ, αλλά ξέρουν ότι ανάγουν το ΣΥΡΙΖΑ σε κεντρικό μοχλό εξελίξεων -και είναι πολύ μικρός ακόμα για τέτοια στη μικρή Ελλάδα της συμμετοχής του 2%. Ωστόσο, δε δικαιολογούν επαρκώς το φόβο αυτό.
Για εμάς ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν κάνουμε λόγο για ένα αμιγώς αντισυστημικό κόμμα, αλλά για ένα αριστερό σοσιαλδημοκρατικό συνασπισμό δυνάμεων με ισχυρές ρίζες μέσα στο κίνημα. Βέβαια, το κόμμα αυτό έχει τα εχέγγυα να το φοβάται κάποιος δανειστής.
Η επιμονή στο λογιστικό έλεγχο του χρέους λογικό είναι να τρομάζει κάποιους. Έχουμε βάσιμες υπόνοιες ότι πολλές χώρες λειτουργούσαν ως εκπρόσωποι βιομηχανιών τους προκειμένου η Ελλάδα να δανείζεται για να αγοράζει τα προϊόντα τους. Ίσως και το χρέος να αποδειχθεί ότι δεν είναι επαχθές. Τουλάχιστον, οι Έλληνες θα γνωρίζουμε με διεθνή έλεγχο πώς χρησιμοποιούνταν τα χρήματά μας (ας φοβούνται οι Έλληνες πολιτικοί).
Μήπως φοβούνται την καταγγελία την μνημονίου; Μα είναι πια ξεκάθαρο ότι το μνημόνιο δε θα καταγγελθεί άμεσα (με την κυριολεξία του όρου), αλλά μετά από διαπραγμάτευση με στόχο ένα moratorium λίγων ετών.
Μία άλλη λογική ερμηνεία είναι η υιοθέτηση μίας άλλης οικονομικής πολιτικής που να διαψεύδει το μονόδρομο της λιτότητας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και να οδηγεί στην ανάπτυξη.
Σίγουρα, βέβαια, οι Ευρωπαίοι δεν περίμεναν τον ΣΥΡΙΖΑ για να ανακαλύψουν την ύπαρξη εναλλακτικής πρότασης, πέρα της λιτότητας!! Εξάλλου, δεν είναι λίγες οι αντιδράσεις άλλων ευρωπαϊκών λαών στα επαχθή μέτρα που αντιμετωπίζουν από τις Κυβερνήσεις τους. Ωστόσο, η επικράτηση στο κέντρο των εξελίξεων μίας άλλης πολιτικής θα θέσει σε πλήρη αμφισβήτηση τη δοκιμασμένη και βολική συνταγή.
Σε συνδυασμό με το προηγούμενο που έχει καθολική ισχύ, ενδεχομένως να φοβούνται ένα αριστερό πολιτικό ντόμινο σε όλο το νότο ή τη δημιουργία απρόβλεπτων καταστάσεων στην Ελλάδα εξαιτίας της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με τα κοινωνικά κινήματα.
Από τη μια, φοβούνται ότι η δυναμική που γεννήθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μάη θα συνεχίσει την ίδια ανοδική πορεία ενισχυμένο από την τάση των πρώτων εκλογών (bandwagon effect). Αυτό που παλαιότερα χρειάζονταν χρόνια για ν γίνει, σήμερα με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών και τις κοινωνικές επιπτώσεις της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής χρειάζεται μέρες, βδομάδες. Από την 7η Μάη κι εξής ο πολιτικός χρόνος επιταχύνθηκε και σε 20 μέρες εμφανίζεται μία ταχύτητα που άλλοτε ήθελε δεκαετίες.
Οι ελπίδες, που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ στον ελληνικό λαό, είναι πολύ μεγάλες κι ενδέχεται μη μπορώντας να τις ικανοποιήσει, να προκαλέσει κινηματικές εξελίξεις εναντίον του ή να συρθεί από το κίνημα σε καταστάσεις που κι εκείνος δε θέλει. Ουσιαστικά, οι ευρωπαϊκές ελίτ δεν είναι καθόλου βέβαιες ότι δε θα αποσυντεθεί ταχύτατα η λαϊκή/κινηματική στήριξη προς το ΣΥΡΙΖΑ -γύρω από την ενδεχόμενη αποκάλυψη ότι ήταν αυταπάτες όσα υπόσχονταν- και δε θα δρομολογηθεί εξαιτίας του μέσα από την οργή των λαϊκών μαζών, μια ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη με σημείο αναφοράς την ρήξη/ανατροπή. Φοβούνται, δηλαδή, την ενεργοποίηση βαθύτερων αριστερών κι αντιευρωπαϊκών ή αντικαπιταλιστικών κομμουνιστικών αντανακλαστικών σε συνδυασμό με την κοινωνική έκρηξη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, συσπειρώνει τα πλέον δυναμικά κομμάτια του εκλογικού σώματος. Πρόκειται για ένα νέο κοινωνικό μπλοκ που διαμορφώνεται με κεντρικό πολιτικό μοχλό το αριστερό κόμμα. Η πλειοψηφία των πιο παραγωγικών τμημάτων της κοινωνίας στηρίζουν τις ελπίδες τους στην αριστερά. Η δε κοινωνική του επιρροή επικεντρώνεται στις πιο παραγωγικές ηλικίες[1].
Από την άλλη, και συνάρτηση με την αμφισβήτηση της κεντρικής επιλογής της πολιτικής λιτότητας, δίνεται το κακό παράδειγμα σε όλες τις χώρες του νότου.
Αν δηλαδή το πειραματόζωο αμφισβητήσει τη θεραπεία σοκ κι επίσημα, τότε ενδέχεται να η Ελλάδα να λειτουργήσει σαν το πρώτο ντόμινο μιας εξέλιξης που τούτη τη στιγμή αμφισβητεί όχι τον ίδιο τον καπιταλισμό, αλλά τον κεντρικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και βέβαια τη νεοφιλελεύθερη στροφή που ευνοεί τις βιομηχανικές ελίτ.
Αξίζει να προσθέσουμε σε τούτο πως ο φόβος αυτός συνδέεται άμεσα με την αυξημένη αμφισβήτηση που παρατηρείται σε όλη την ήπειρο για τους ίδιους λόγους που επέτρεψαν την ελληνική αριστερά να διεκδικεί την εξουσία. Οι πλατείες στην Ισπανία και την Πορτογαλία άρχισαν να γεμίζουν όπως και στη Ρώμη και τις άλλες ιταλικές πόλεις . Η λαϊκή αγανάκτηση κατά της λιτότητας έχει απλωθεί σε όλο το νότο. Κι αν κάποτε το πειραματόζωο δεν αντιδρούσε ήταν γιατί του επέβαλαν τη ρετσινιά του υπεύθυνου για όλα. Μόνο που ο υπόλοιπος νότο γνωρίζει πια την αλήθεια, τη βιώνει στον ίδιο βαθμό που βιώνουν την οργή και τον πόνο οι Έλληνες.

[1] Είναι πρώτο κόμμα στους μισθωτούς του Δημόσιου τομέα (22%), του ιδιωτικού (18%), στους ανέργους (22%) και στη νεολαία (20%) με κεντρική επιλογή του ηλικιακού φάσματος 35-55 ετών (28%). Σημαντική θέση κατέχει και στα μεσοαστικά επιχειρηματικά στρώματα (18%). Σημαντικό της επιρροής του είναι το γεγονός ότι χωρικά είναι ένα κατεξοχήν αστικό κόμμα, σε μία χώρα όπου τα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν το μοχλό των πολιτικών εξελίξεων.

Οι ελληνικές εκλογές αποτελούν ένα πολιτικό γεγονός που επηρεάζει όλη την Ένωση. Τα αποτελέσματα της 6ης Μάη σε μία χώρα που αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα προεκλογικών δεσμεύσεων σε πολλές χώρες και παρουσιάστηκε από μέρος του τύπου ως το κακό παιδί, διαμορφώνει ένα άλλο κλίμα στη γηραιά ήπειρο με σημαντικές επιδράσεις σε όλο τον πλανήτη και τις αγορές.
Εκείνοι προ λίγων ημερών διατείνονταν ότι η πολιτική λιτότητας δεν αλλάζει και συνιστά μονόδρομο, σήμερα εμφανίζονται τιμητές και πολέμιοι του μνημονίου. Πληθαίνουν οι φωνές στην Ευρώπη που μιλούν για ανάπτυξη, αλλά κι η αγωνία εκείνων που επένδυσαν στις διαλυτικές πολιτικές λιτότητας, βλέποντας μέρος του λαού να αντιδρά δυναμικά. Στην ουσία οι εκλογές της 6ης Μάη ήρθαν να απαντήσουν στην παραληρηματική σκιά του νεοφιλελευθερισμού, στον εκφυλισμό της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης.
Η αριστερή προοπτική των προηγούμενων εκλογών δεν αποτελεί μια απλή πρόσθεση κινημάτων, αλλά προτείνει μια στρατηγική χειραφέτησης. Ξεκάθαρα πολιτική, γνωρίζει ότι η κατάκτηση του κράτους αποτελεί στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την εκκίνηση μιας διαδικασίας μετασχηματισμού της κοινωνίας. Γνωρίζει όμως και ότι αυτή η κατάκτηση θα είναι ανίσχυρη αν δεν συνοδεύεται από λαϊκές κινητοποιήσεις μεγάλης κλίμακας.
Όσο όμως και το αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου να ταρακούνησε τα ήρεμα ευρωπαϊκά ύδατα, σίγουρα το καράβι της λιτότητας δε βουλιάζει έτσι απλά. Ωστόσο, οι τόσο συχνές δηλώσεις των Ευρωπαίων πολιτικών και οι τακτικότατες παρεμβάσεις τους (που εκμεταλλεύονται για εσωτερική προεκλογική κατανάλωση τα δικά μας μέσα χειραγώγησης) δείχνουν ακριβώς τον πανικό τους. Γιατί ίσως μία Ελλάδα αντέχεται ως γεγονός να βγει από τη μονόπλευρη πολιτική της λιτότητας ή να κάνει έλεγχο του δημόσιου χρέους της. Αντέχεται όμως το παράδειγμα που θα δημιουργήσει και το προηγούμενο; Η Ευρώπη τρέμει, οι αγορές ακόμη μία φορά δείχνουν ότι δε νοιάζονται για τους λαούς, γιατί ακριβώς δε γνωρίζουν δημοκρατικές διαδικασίες και λαϊκές αντιστάσεις.
Η Ευρώπη συγκλονίστηκε με το χαστούκι που έδωσαν οι ¨Έλληνες πολίτες στους εκπροσώπους των πολυεθνικών και της λιτότητας. Βγήκε ένα μήνυμα ενάντια στο μέλλον που επιχείρησαν να φτιάξουν, ένα μέλλον κοινό για τους Ευρωπαίους πολίτες, σκιερό κάτω από το φάντασμα της εξαθλίωσης και της υποταγής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ποιότητας ζωής στους αριθμούς και τα οικονομικά υπερκέρδη.
Στην Ελλάδα όμως οι πολιτικοί σχηματισμοί επιλέγουν την πολωτική πολεμική κατά της Αριστεράς. Τι κι αν σημειώνεται από αριστερούς ομιλητές και σχολιαστές ότι δε θα βγούμε από το ευρώ, γιατί στο κάτω κοστίζουμε λιγότερο μέσα.
Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν τυχαίο γέννημα, ούτε απλά θέμα αγανάκτησης όπως τόσο εύκολα προπαγανδίζεται. Η αμφισβήτηση ανδρώθηκε μέσα στα κοινωνικά κινήματα, δυνάμωσε, μεταφέρθηκε για πρώτη φορά από τη σφαίρα της κοινωνικής επιρροής των κομμάτων της αριστεράς, σε εκλογική επιρροή. Η αυτοπεποίθηση ρίζωσε μέσα από τα κινήματα και τους αγώνες, μέσα από απεργίες, δράσεις κατά της λιτότητας. Η οργή έγινε κίνημα και το κίνημα έγινε ψήφος με κεντρικό το αλλάζουμε τη μοίρα μας, αλλάζουμε το μέλλον που άλλοι σχεδίασαν για εμάς.
Το πολιτικό ζήτημα της 6ης Μάη ήταν η αποδοκιμασία της διάλυσης του κράτους (βλ. μεταρρυθμίσεις) και της λιτότητας. Το πολιτικό ζήτημα της 17ης Ιούνη είναι η προστασία της υγείας μας, της αξιοπρέπειάς μας, της τροφής μας και την επιβίωσής μας. Το νέο διακύβευμα ξεπερνά όμως τα στενά ελληνικά όρια και απέκτησε πια ευρωπαϊκή προοπτική. Δεν αποφασίζουμε μόνο για εμάς, αλλά φωνάζουμε εκ μέρους όσων δεινοπαθούν από νεοφιλελευθερισμό, προβάλλουμε αντίσταση-με τρόπο ειρηνικό κι ανώδυνο- απέναντι στις επιθέσεις όσων επιμένουν να θησαυρίζουν σε βάρος δικό μας και των άλλων Ευρωπαίων πολιτών.
Το διακύβευμα της 17ης Ιούνη είναι δείξουμε ότι δε φοβόμαστε της τρομοκρατία που μας επιβάλλουν τα μίντια και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της λιτότητας και της κρατικής αποδιοργάνωσης, εκείνοι που έφτιαξαν και υπερασπίζονται ακόμα το γραφειοκρατικό τέρας και όψιμα το διαλύουν εκ θεμελίων.



Αρχίζει μια νέα εκλογική περίοδος, λοιπόν. Μόνο που για τούτες τις εκλογές οι φταίχτες είναι δύο: ο λαός και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρώτος πρέπει να αλλάξει/διορθώσει την ψήφο του και ο δεύτερος να μην κυβερνήσει. Τι κι αν το προηγούμενο δεκαήμερο όλοι -μίντια και κόμματα- επιτίθονταν στον Τσίπρα που δεν ήθελε να κυβερνήσει. Τώρα δεν πρέπει να κυβερνήσει…
Το σύστημα είχε μάθει να κινείται γύρω από δύο κόμματα. Τα μέσα χειραγώγησης του λαού ήταν βέβαια ότι έπραξαν σωστά το σκοπό τους, οι τράπεζες ήταν βέβαιες για τη διαιώνιση του δικομματισμού (εξού και τα μεγάλα δάνεια), οι πολιτικοί των δύο κομμάτων ήταν σίγουροι για τις καρέκλες τους. Σαφώς η εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ με τέτοια άνοδο και η δυναμική των ΑΝΕΛ στα δεξιά άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό. Κανείς δεν ήταν έτοιμος, αν και ο αόρατος θίασος έπαιζε από καιρό. Ο λαός για το οποίον αποδείχθηκαν ανάξιοι, τους εγκατέλειπε και δε το δέχτηκαν με θάρρος.
Ζήσαμε τις τραγελαφικές πιέσεις προς ένα κόμμα ώστε να συμμετάσχει σε μία κυβέρνηση, την οποία πολιτικά και ιδεολογικά δεν πίστευε. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε κεντρικό κομματικό στόχο ακριβώς επειδή όλοι οι προηγούμενοι (τράπεζες, κόμματα, μίντια) δείχνουν να φοβούνται αυτό που εκφράζει περισσότερο: το λαό.
Η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η εκλογική. Ήταν ότι κατάφερε να δείξει και να πείσει πολίτες για μία αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Εξέφρασε την ελπίδα των πολιτών και την άρνησή τους στη μονοδρόμηση που επέβαλε ο δικομματισμός, μία μονοδρόμηση που σήμερα κι εκείνοι αρνούνται -στα λόγια. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να φέρει μέρος του λαού στο προσκήνιο και να εκφράσει με αίσθημα ευθύνης εντολοδόχου τη θέση τους.
Το νέο επικοινωνιακό παιχνίδι ετοιμάζεται να στηθεί πάνω σε νέα διλήμματα, όπως εκείνα της ευθύνης και της άρνησης (Βενιζέλος), του ευρώ και της δραχμής (Σαμαράς). Κάποιοι επιλέγουν τη λογική του δημοψηφίσματος. Ίσως είναι η πιο αστεία επικοινωνιακή τακτική. Αφενός μεν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για δημοψήφισμα όταν διακυβεύεται η κυβέρνηση, η οικονομική πολιτική -με επιτελικό ρόλο ρύθμισης του κράτους- και η ζωή μας η ίδια. Η λογική του δημοψηφίσματος είναι άκρως πολωτική. Μία άλλη επικοινωνιακή προσέγγιση φέρνει διλήμματα εμφυλιακής λογικής και διχασμού. Στην ουσία είναι η προηγούμενη επιχειρηματολογία με άλλες λέξεις. Ποιος όμως θέλει τέτοια πόλωση; Ποιον τελικά συμφέρει η πόλωση;
Το παιχνίδι των διλημμάτων και της τρομοκράτησης του λαού ευελπιστείται να στρέψει τους μετανιωμένους πολίτες στη μεγάλη αγκαλιά του δικομματισμού, στην ασφάλεια που μόνο εκείνοι μπορούν να εγγυηθούν, που μόνο εκείνοι μπορούν να παρέχουν.
Ωστόσο, το κεντρικό δίλημμα παραμένει: υιοθετούμε μία νέα οικονομική πολιτική ή απλά αλλάζουμε ελαφρώς τις λέξεις στην πολιτική της μονόπλευρης λιτότητας;  Και δίπλα σε αυτό, ας προσθέσω ακόμα ένα: Ποιος τελικά μας ρώτησε για την πολιτική που ακολούθησαν;
Κάποιοι ταύτισαν το μνημόνιο με τις μεταρρυθμίσεις και το υποστηρίζουν αναφανδόν κι επιθετικά. Μα αρνήθηκε κανείς τις μεταρρυθμίσεις; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα στραφεί κατά των μεταρρυθμίσεων; Αλλά ας δούμε κάτι και άλλο. Ποιος ευθύνεται για τη γραφειοκρατική δομή του κράτους σήμερα; Ποιος ευθύνεται για την ανυπαρξία εσωυπηρεσιακής επικοινωνίας; Ποιος ευθύνεται για την πολυνομία και τις χιλιάδες ερμηνευτικές και άλλες εγκυκλίους που απαιτούνται για κάθε νόμο; Σίγουρα όχι η αριστερά. Κι όμως εκείνοι που έκαναν αυτόν το γραφειοκρατικό ογκόλιθο, προπαγανδίζουν ότι η αριστερά θέλει την παραμονή του.
Η γραφειοκρατική δομή ευνοεί τις μειοψηφίες, τις ελίτ. Και όποιος θέλει μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι ριζική αναδιαμόρφωση του δημόσιου τομέα, ουσιαστικά στηρίζει όχι απλά το σύστημα, αλλά τον ίδιο το δικομματισμό. Και είναι νομίζω ηλίου φαεινότερο ότι ο δικομματισμός, δεν μπορεί να αλλάξει το κράτος. Μπορεί μόνο να το διαλύσει σε βάρος των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, όχι να το αλλάξει. Μερικές αλλαγές θα κάνει. Θα απελευθερώσει ταξί και φαρμακεία και ίσως τα παραδώσει σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αλλάζουν τη γραφειοκρατική δομή του κράτους, που στηρίζει τα οικονομικά συμφέροντα εγχώριων κι ευρωπαϊκών ελίτ;
Κάποιοι άλλοι ταύτισαν το μνημόνιο με την εξυγίανση της οικονομίας (και μάλιστα έχουν και νούμερα). Δεν κατάλαβαν ότι τελικά τα νούμερα είναι που μας χρεοκόπησαν. Δε βλέπουν -δε θέλουν να δουν- ότι η λιτότητα είναι μία άλλη κανιβαλιστική τακτική του συστήματος. Είναι όπως στη νευρική ανορεξία που όταν το σώμα δεν έχει λίπος να φάει, τρώει τα κύτταρά του κι ας πεθάνει.
Η μονόπλευρη πολιτική λιτότητας είναι ένας πόλεμος. Τα θύματα τα βλέπουμε στα παγκάκια στις πλατείες, στα συσσίτια των σχολείων που θεσμοθέτησε η ΜΚΟ «Υπουργείο Παιδείας», τα βλέπουμε στην αύξηση της αυτοκτονικότητας, στα λουκέτα που κρέμονται σε πόρτες καταστημάτων ή τις ταμπέλες «κλείνουμε». Δε χρειάζονται πάντα όπλα, ορισμένα μέτρα είναι αποτελεσματικότερα.
Η ύφεση και η κρίση είναι παγκόσμιες. Διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι και οικονομολόγοι διεθνούς εμβέλειας εκφράζουν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο παγκόσμιας ύφεσης, την αβεβαιότητά για τις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις. Η κρίση προχωρά και η λιτότητα απλά συγκρατεί τις τράπεζες. Οι τράπεζες έχουν όμως γίνει ο κεντρικός πόλος της δημοκρατίας. Και όμως τολμούν να μας τρομοκρατούν με χρεοκοπία, θέτουν αυτήν ως διακύβευμα. Έχουν το θράσος να μας θέσουν νέα διλήμματα, οικονομικά και υπαρξιακά. Αλλά, ο θεός απολείπειν δικομματισμόν.

Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών
ΙSΒΝ 978-960-93-3586
Μορφή: eBook
Σελίδες: 240
Βιβλιογραφία: 250 βιβλία, μελέτες και άρθρα
Τύπος αρχείου: PDF
Γλώσσα: Ελληνικά
τόπος/χρόνος έκδοσης: Θεσσαλονίκη 2011

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Νέο βιβλίο

Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών
(2011, ΙSΒΝ 978-960-93-3586)
Μορφή: eBook
Τύπος αρχείου: PDF
Γλώσσα: Ελληνικά